Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Μύθος: Η Αληθινή Ιερή Ιστορία 2οΜΕΡΟΣ






Το «Ποίημα της Δημιουργίας»[Enuma elish] απαγγελλόταν μέσα στο ναό. Παρόμοια η κοσμογονία επαναλαμβανόταν συμβολικά και αλλού σε σημαντικές ή κρίσιμες στιγμές, όπως για παράδειγμα στην Αίγυπτο και στα Φίτζι κατά τη διαδικασία της προετοιμασίας και ανακήρυξης ενός νέου ηγεμόνα.

Το Τέλος του Κόσμου

Οι μύθοι των κατακλυσμών του κόσμου είναι εξαιρετικά διαδεδομένοι μεταξύ των αρχέγονων λαών. Διηγούνται την καταστροφή του κόσμου και την εξόντωση της ανθρωπότητας εκτός από ένα μοναδικό ζευγάρι ή ελάχιστους επιζώντες. Αυτοί οι μύθοι υπαινίσσονται, άλλοτε με καθαρό κι άλλες φορές πιο σκιώδη τρόπο, την αναγκαιότητα για την ανανέωση του σύμπαντος κι εκφράζουν την αρχαϊκή, παγκόσμια ιδέα του σταδιακού εκφυλισμού του κόσμου που για αυτό χρειάζεται περιοδική καταστροφή κι αναδημιουργία.

Ο μύθος του τέλους του κόσμου είναι δημοφιλής στην αρχαία Ινδία, τη Μεσοποταμία, την Περσία και την Ελλάδα. Στην ιουδαιοχριστιανική θεωρία το τέλος του κόσμου θα συμβεί μόνο μία φορά, ακριβώς όπως η κοσμογονία συνέβη μόνο μια φορά. Ο κόσμος που θα επανεμφανιστεί μετά την καταστροφή θα είναι και πάλι ο κόσμος που δημιούργησε ο ίδιος ο Θεός στην απαρχή του χρόνου, όμως εξαγνισμένος, αναγεννημένος και αποκαταστημένος στην αρχική του δόξα. Αυτός ο επίγειος παράδεισος δε θα καταστραφεί ποτέ ξανά ούτε θα έχει τέλος.

Επαναποκτημένος Παράδεισος

Ειδικά αυτός ο τύπος μύθου -της καταστροφής του Κόσμου- είναι που αναδεικνύει πόσο αναγκαία είναι η μυθολογία για τους ανθρώπους της σύγχρονης εποχής. Οι μύθοι της εσχατολογίας είναι στο κέντρο αμέτρητων «κοινοτήτων»-κινήσεων που πιστεύουν σε δόγματα προφητικού χαρακτήρα μια από τις οποίες είναι η δημοφιλής “Oceanian Cargo Cult” [Στα νησιά Της Μελανησίας ανατολικά από την Αυστραλία]. Αυτές οι κοινότητες προαναγγέλλουν την καταστροφή του κόσμου και την επανάκτηση από τη φυλή ένος είδος παραδείσου: Οι νεκροί θα αναστηθούν, δε θα υπάρχει ούτε θάνατος ούτε αρρώστια. Αλλά πριν από αυτήν τη νέα δημιουργία -ή επανόρθωση του παραδείσου- θα προηγηθεί σειρά κοσμικών καταστροφών. Η γη θα συγκλονίζεται από σεισμούς, θα πέφτουν πύρινες βροχές, τα βουνά θα γκρεμίστούν γεμίζοντας τις κοιλάδες, λευκοί και όσοι αυτόχθονες δεν έχουν προσχωρήσει στη λατρεία θα εξοντωθούν.

Ανίεροι εγκληματίες της Κρίσης, οι γοητευτικοί ηρωικοί παράνομοι της ταινίας Μπόνι και Κλάιντ που προκάλεσε μια λατρεία με αποτέλεσμα την αντιγραφή των τρόπων και των ιδιομορφιών των ηρώων.



Σε αυτό το πνεύμα το 1923 ο προφήτης Ρονοβούρο της νήσου Εσπιρίτο Σάντο [Νήσος Αγίου Πνεύματος στις Νέες Εβρίδες] προφήτευε μια καταστροφική πλημμύρα που θα γίνει πριν την επιστροφή των νεκρών οι οποίοι θα καταφθάσουν με φορτηγά πλοία που επιπλέον θα φέρουν μαζί τους ρύζι και άλλα τρόφιμα. Το 1933, στην κοιλάδα του Μάρκχαμ στη Νέα Γουινέα ένας άντρας ονόματι Μαραφί διακήρυσσε ότι πριν την επιστροφή των νεκρών θα γίνει κοσμικός κατακλυσμός κι ότι την επόμενη ημέρα θα διαπιστωθεί ότι οι νεκροί έχουν έρθει φέρνοντας πλούσια δώρα ώστε να μην υπάρχει ανάγκη για τους ανθρώπους να δουλέψουν ποτέ ξανά.

Παρόμοιες προφητείες εμφανίστηκαν στο Κονγκό το 1960 όταν η χώρα ανεξαρτητοποιήθηκε. Σε μερικά χωριά οι κάτοικοι ρίξανε τις στέγες από τις καλύβες τους ώστε να περάσει ο χρυσός που οι πρόγονοι θα έστελναν ως βροχή. Αλλού επιτράπηκε η καταστροφή κάθε δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας, εκτός από τους δρόμους προς το κοιμητήριο, γιατί από αυτούς θα περνούσαν οι πρόγονοι που θα κατευθύνονταν προς το χωριό. Ακόμη και οργιαστικές υπερβολές απέκτησαν νόημα μιας και σύμφωνα με το μύθο, από την αυγή της Νέας Εποχής όλες οι γυναίκες θα είναι από κοινού ζευγάρια με όλους τους άντρες.

Σενάριο Σούπερ Ηρώων

Ένα ακόμη παράδειγμα του ρόλου της μυθολογίας για το σύγχρονο άνθρωπο είναι το εξαιρετικά διαδεδομένο μοτίβο του μύθου του Ήρωα. Σύμφωνα με αυτό ο Ήρωας εγκαταλείπεται αμέσως μετά τη γέννησή του διότι μια προφητεία αναφέρει ότι το βρέφος αποτελεί κίνδυνο για τον πατέρα του που συνήθως πρόκειται για βασιλιά. Το παιδί σώζεται από ζώα ή βοσκούς και το βυζαίνει ένα θηλυκό ζώο ή μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής. Όταν μεγαλώνει επιχειρεί ασυνήθιστες περιπέτειες -σκοτώνει τέρατα, υπερνικά το θάνατο, και ούτω καθεξής-. Αργότερα βρίσκει τους γονείς του, εκδικείται εναντίον του πατέρα ή του θείου που τον εκδίωξε και τελικά αναγνωρίζεται, επιτυγχάνει κοινωνική θέση και φόρο τιμής. Οι κίνδυνοι και οι δοκιμασίες του Ήρωα (τέρατα και δαίμονες, καθόδος στην κόλαση, κ.τ.λ.) που αντιμετώπισε έχουν χαρακτήρα μυητικό. Υπερπηδώντας όλα τα εμπόδια ο νέος άντρας αποδεικνύει ότι έχει ξεπεράσει την ανθρώπινη υπόσταση και ανήκει στο εξής σε μία τάξη ημιθεϊκών υπάρξεων.

Πολλοί επικοί θρύλοι και λαϊκοί μύθοι χρησιμοποιούν και επαναυϊοθετούν τα υψηλά δραματικά σενάρια της μύησης του Ήρωα (όπως, ο Ζίγκφριντ, ο Αρθούρος, ο Ρομπέν των Δασών). Επιπλέον ο μύθος του Ήρωα επιβιώνει στους θρύλους πολλών μεσαιωνικών βασιλέων αλλά και στην αύρα του Αναμορφωτή, του Επαναστάτη, του Πολιτικού Μάρτυρα, του Αρχηγού Κόμματος. Ακόμη στις σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες αναγνωρίζει κανείς τη νοσταλγία για Ήρωες και ηρωικά ανδραγαθήματα για παράδειγμα στον «Σούπερμαν» ή στην τεράστια δημοτικότητα των αστυνομικών μυθιστορημάτων με την παραδειγματική μάχη μεταξύ Καλού και Κακού, μεταξύ Ήρωα (πχ. του Ντετέκτιβ) και κακοποιού ο οποίος είναι η σύγχρονη ενσάρκωση του Δαίμονα.

Τι είναι το Ιερό

«Ιερό» για την θρησκευτική σκέψη είναι το σημείο ή το αντικείμενο στο οποίο κάποια δεδομένη στιγμή εκδηλώθηκε η παρουσία του μεταφυσικού, της θεότητας, καθαγιάζοντας το και καθιστώντας το «σημείο επαφής» του Θεϊκού με το Κοσμικό. Με άλλα λόγια το «Ιερό» είναι το «ρήγμα» και η «είσοδος» του μεταφυσικού στο φυσικό κόσμο, το σημείο ή το αντικείμενο εκείνο το οποίο εμφορείται από την «δύναμη» του «θεϊκού» που το κατοίκησε και το κατοικεί. Κάποια στιγμή η θεότητα, το «θεϊκό», εμφανίζεται σε ένα σημείο και εκείνο το σημείο αποτελεί πλέον για τους πιστούς «Ιερό» χώρο, «Ιερό» αντικείμενο κ.α. έως ότου κάτω από κάποιες ορισμένες συνθήκες αποιεροποιηθεί.

Πρέπει μάλιστα το «Ιερό» σαν συναίσθημα αλλά και σαν μια από τις πλέον σημαντικές ενέργειες της ανθρώπινης ψυχής υφίσταται «μεταβιβάσεις» από το ένα αντικείμενο στο άλλο, όπως ο ανθρώπινος έρωτας. Ένα οποιοδήποτε αντικείμενο μπορεί να είναι «ιερό» για την ανθρώπινη ψυχή, για παράδειγμα ένα δένδρο, μια πηγή, ένα μέρος, μια πέτρα, και κατόπιν, για άγνωστες αιτίες, το συγκεκριμένο αντικείμενο να υποστεί μια αποιεροποίηση.

Μ’ όλα ταύτα το συναίσθημα του «ιερού» δεν χάνεται από την ψυχή αλλά υπόκειται σε μια μεταβολή ή μετάθεση επάνω σε ένα άλλο αντικείμενο. Όταν και αυτό το αντικείμενο με την σειρά του αποιεροποιηθεί τότε το συναίσθημα του «Ιερού» μπορεί να υποστεί μια νέα μεταφορά επάνω σε ένα άλλο αντικείμενο, για παράδειγμα στον Θεό, ή στην απρόσωπη αρχή του Βραχμανισμού ή στο μεταφυσικό κενό του Βουδισμού.

Αλλά και τέτοιου είδους αντικείμενα μπορούν να αποιεροποιηθούν, και τότε το συναίσθημα του «Ιερού» περνά ξανά επάνω σε άλλα αντικείμενα, τα οποία μπορεί να είναι η ηθική συνείδηση, τα ιδανικά της ανθρωπότητας και άλλα. Αυτή η «διαδικασία μετάθεσης», μολονότι δεν ακολουθεί πάντοτε την σειρά των παραδειγμάτων που αναφέραμε, ωστόσο συμβαίνει πάντοτε έτσι ώστε να ο άνθρωπος να μην μπορεί να ζήσει χωρίς ιερά αντικείμενα.

Το συναίσθημα του «ιερού» εμφανίζει μια ενέργεια όπως και ο έρωτας και υπόκειται όπως και αυτός στην μεταβίβαση από το ένα αντικείμενο στο άλλο. Εμφανίζει μια ενέργεια από την οποία ο άνθρωπος κυριαρχείται. Λίγο τολμηρά θα μπορούσαμε να πούμε ότι το συναίσθημα του «Ιερού» που εδράζεται στην ανθρώπινη οντότητα και γίνεται φανερό ως μυστήριο και αποκάλυψη παίζει σχεδόν τον ίδιο ρόλο για την ύπαρξη του ανθρώπου που παίζει και ο έρωτας για την ευτυχία του.


Γι’ αυτό τον λόγο, σύμφωνα μάλιστα με την γνώμη των περισσοτέρων μελετητών, το αίσθημα του «Ιερού» εμφανίζεται από τις αρχές της ανθρώπινης θρησκευτικότητας και αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά στοιχεία της. Πρόκειται ίσως για το αρχαιότερο στοιχείο της θρησκευτικής ζωής και για κάποιους μελετητές όπως ο Ρούντολφ Όττο έφτασε να θεωρείται -τραβηγμένα βέβαια- ως ο πυρήνας της οποιαδήποτε θρησκευτικότητας μέσα στους αιώνες.

Κάθε φανέρωση του «ιερού» στον άνθρωπο αποτελεί μια ιεροφάνεια. Στην ιστορία της θρησκευτικής σκέψης του ανθρώπου μπορούμε να βρούμε πάρα πολλές ιεροφάνειες σε αντικείμενα που αποτελούν στοιχεία του φυσικού μας χώρου, όπως για παράδειγμα πέτρες, δένδρα, βουνά, πηγές, ποτάμια, τοποθεσίες κ.λ.π. Μόλις όμως εκδηλωθεί το «Ιερό» σε κάποιο αντικείμενο, μολονότι εκείνο φαινομενικά συνεχίζει να διατηρεί την αρχική φυσική του μορφή (της πέτρας ή του δένδρου για παράδειγμα), για τον πιστό, για τον άνθρωπο στον οποίο αποκαλύπτεται αυτή η ιεροφάνεια, το συγκεκριμένο αντικείμενο αποκτά μια «κοσμική ιερότητα» γίνεται κάτι το «εντελώς άλλο» μεταβαλλόμενο σε μια «υπερφυσική πραγματικότητα».

Έτσι ο πιστός [αμόρφωτος και ενεργούμενος] που έχει δεχθεί, δηλ. έχει Σ Υ Μ Φ Ω Ν Η Σ Ε Ι την αποκάλυψη της ιερόφανειας προσπαθεί να έρθει σε επαφή και μάλιστα λατρευτική με το αντικείμενο στο οποίο εκδηλώθηκε η μεταφυσική δύναμη προκειμένου να γίνει και ο ίδιος κοινωνός αυτής της δύναμης που πιστεύει [δεν γνωρίζει] πως είναι θεϊκή. Προσκυνά και λατρεύει λοιπόν την πέτρα ή το δέντρο σαν στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, ψάχνοντας το θεϊκό που εκδηλώθηκε σε αυτά και τα «ιεροποίησε». [πιασ’ τ’αυγό και κούρευτο και κάν ‘του και χωρίστρα]

Θέα του «ιερού» και «ιερό ρίγος»

Προκειμένου τώρα να πλησιάσει ο αμαθής κι ανίδεος άνθρωπος τον ιερό χώρο ή το ιερό αντικείμενο απαιτείται εκ μέρους του μια ιδιαίτερη προετοιμασία. Αυτό οφείλεται στο ότι το «Ιερό» το ίδιο προκαλεί μια ιδιαίτερη ψυχική κατάσταση, όπως εκείνη που αισθάνεται ο άνθρωπος όσες φορές πιστεύει ότι βρίσκεται ενώπιον μιας θεϊκής παρουσίας. Στην παρουσία του ιερού αντικειμένου ο άνθρωπος αισθάνεται να διαπερνάται από ένα συναίσθημα ανατριχίλας και υποτίμησης της ίδιας του της υπάρξεως. Αυτό το συναίσθημα του «ιερού ρίγους» έχει το δυνατότητα να τον θέτει, ή τουλάχιστον να τον κάνει να νιώθει ότι βρίσκεται, σε αληθινή σχέση με μια θεϊκή πραγματικότητα.

Αυτό το αίσθημα του ιερού ή του θεϊκού μπορεί να γίνει αισθητό από την πλειονότητα των ανθρώπων, περισσότερο από κάποιους και λιγότερο απο κάποιους άλλους, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση του καθενός. Ας δούμε τις ψυχικές καταστάσεις, τις οποίες το «Ιερό» αντικείμενο προκαλεί στον άνθρωπο. Για την ανθρώπινη ψυχή το «Ιερό» είναι «trementum», δηλαδή τρομερό, παράδοξο. Ο τρόμος που προκαλείται στον άνθρωπο από το ιερό αντικείμενο είναι ένα ιδιαίτερο συναίσθημα, το οποίο μπορεί να έχει τις δικές του διαβαθμίσεις και αποχρώσεις, αλλά είναι ισόβαθμο με τα άλλα συναισθήματα.

Ο ιερός τρόμος είναι αισθητός κυρίως στις δαιμονικές μορφές της θρησκείας, αλλά ούτε οι πιο υψηλές πίστεις, στους Θεούς, δεν στερούνται του συναισθήματος του ειδεχθούς και του φοβερού. Το αίσθημα του ιερού τρόμου εξευγενίζεται μόνον στις ανώτερες θρησκείες, αλλά δεν εξαφανίζεται. Το ιερό αντικείμενο είναι επίσης μεγαλοπρεπές, με την έννοια ότι εν τη παρουσία του ο άνθρωπος αισθάνεται ένα απόλυτο τίποτα, μειωμένος και σχεδόν εξουθενωμένος. Στο «Ιερό» αποδίδεται και μια ιδιαίτερη ενέργεια, εντελώς εξαιρετική και συνάμα ανύπαρκτη. Κάποιες φορές αυτή η ενέργεια έχει μια μοναδική ορμητικότητα: οι μυστικιστές μιλούν για παράδειγμα περί μιας αλλοίωσης εκ μέρους του Θεού.

Αισθάνονται ως αναλωμένοι και φλεγόμενοι από την αγάπη του Θεού. Κατά τον ίδιο τρόπο το «Ιερό» συνοδεύεται επίσης και από συναισθήματα έκπληξης, θαυμασμού και απορίας, από το συναίσθημα ότι είναι θαυμάσιο και θελκτικό. Αυτό το περιγραφόμενο ως πολύ περίπλοκο συναίσθημα του «Ιερού», φέρνει πραγματικά σε επαφή με μια ιερά πραγματικότητα. Το «Ιερό» αποτελεί μια ιδιαίτερη κατηγορία, εξαιρετικά υπερβατικής φύσης, μια κατηγορία η οποία με την μεσολάβηση του συναισθήματος θέτει ενώπιον μιας ιεράς πραγματικότητας.

Εξαιτίας αυτού αλλά κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι συναντάται σε κάθε μορφή θρησκευτικότητας ορισμένοι θρησκειολόγοι έφτασαν να υποστηρίξουν, ότι το «Ιερό» είναι ο ίδιος ο πυρήνας ή η ουσία της θρησκευτικότητας. Παρότι το «Ιερό» αποτελεί ένα από τα πλέον σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία της ανθρώπινης θρησκευτικότητας, ωστόσο η ουσία της θρησκείας είναι υπεράνω από την ενδεχόμενη μεταβλητότητα ακόμα και όλων των στοιχείων τα οποία την απαρτίζουν.

Στην πραγματικότητα η ουσία της θρησκείας δεν συνίσταται σε ένα από τα στοιχεία της, που πιθανώς να βρισκόταν και μεταξύ των μεταβλητών, αλλά σε μια σταθερή σχέση μεταξύ των διαφόρων στοιχείων, επειδή όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία μπορούν να είναι μεταβλητά. Είναι προφανές μάλιστα ότι όλα τα στοιχεία τα οποία συμμετέχουν στην θρησκευτική συγκρότηση μπορούν να είναι μεταβλητά διότι οι αντιδράσεις του ανθρώπου απέναντι στην φύση εξαρτώνται συχνά περισσότερο από οικονομικές, πολιτιστικές και κοινωνικές διαφορές δηλαδή από την ιστορία και επειδή το ανθρώπινο πνεύμα δεν αντιδρά προς τα φυσικά φαινόμενα πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Η ουσία ωστόσο ενός σύνθετου φαινομένου, όπως η θρησκεία που υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές, δεν είναι απαραιτήτως ταυτόσημη με ένα από τα στοιχεία της, ούτε καν του «Ιερού» που φέρεται ως το πλέον σταθερό.

Αναγνωρίζουμε ότι το «Ιερό» είναι ένα από τα λιγότερα μεταβαλλόμενα στοιχεία των θρησκειών, [δηλ. παγιωμένο κι άρα ΝΕΚΡΟ] ή ακόμα και ένα στοιχείο το οποίο προκύπτει πάντοτε ως συνθετικό της θρησκείας. Αλλά εάν η ουσία της θρησκείας περιορίζεται σε αυτό το στοιχείο, τότε οι πιο πραγματικές θρησκείες θα πρέπει να ήσαν εκείνες στις οποίες το συναίσθημα του «ιερού» εμφανίζεται καταθλιπτικά με την πλέον πρωτόγονη και τρομακτική έννοια αυτού του όρου.

Εάν η ουσία της θρησκείας θα συνέπιπτε απόλυτα με το στοιχείο του «Ιερού», θα είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε ότι όλες οι θρησκείες διέπονται από υψηλά μεταφυσικά και ηθικά μοτίβα, ακόμα και εκείνες που κατέχουν το «Ιερό» μόνο σε μια μορφή υποτονική. Εάν δεχθούμε το «ιερό» ως πυρήνα της θρησκευτικότητας υποχρεωνόμαστε να προσεγγίσουμε τις θρησκείες αποκλειστικά με την προοπτική του «Ιερού», και οι συνέπειες είναι καταστροφικές. Όλες οι μεγάλες θρησκείες ή η κατεξοχήν μεταφυσική θρησκευτικότητα θα έπρεπε αναπόφευκτα να υποστεί μια σοβαρή υποτίμηση. Το «Ιερό» δεν μπορεί λοιπόν να λογαριάζεται ως η ουσία ή ως ο πυρήνας της θρησκείας. Στην καλύτερη περίπτωση είναι ένα από τα πιο σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία του θρησκευτικού φαινομένου.

Το «Ιερό» ως μαγικό

Αν εξετάσουμε το «Ιερό» με την μη προσιτή στο λογικό πλευρά της θρησκείας αφήνοντας κατά μέρος το ορθολογικό και θεωρητικό στοιχείο της τότε πρέπει να το ταυτίσουμε στην πραγματικότητα με το μαγικό και με κάποιες άλλες αποχρώσεις πιο υποτονικές αυτού. Κατά συνέπεια η πιο αυθεντική θρησκευτική ζωή θα βρισκόταν μεταξύ εκείνων των ανθρώπων που κυριαρχούνταν κατά τρόπο βασανιστικό από την μαγική νοοτροπία.

Είναι φανερό όμως ότι το «Ιερό» είναι μια παραλλαγή, μια υποτονική εκδοχή του μαγικού. Στις διάφορες θρησκείες μάλιστα συνδυάζεται και με στοιχεία πιο λογικά και πιο ηθικά. (εάν βέβαια το «Ιερό» αποτελούσε τον πυρήνα της θρησκείας τότε αυτός ο συνδυασμός θα νόθευε την θρησκεία ακριβώς στην ουσία της.) Δεν αμφισβητούμε ότι στην ψυχή των πρωτογόνων που είναι ολοκληρωτικά κυριευμένη από την μαγική νοοτροπία, το συναίσθημα του «Ιερού» έχει μια δύναμη πρωταρχική. Αλλά σε θρησκείες όπως αυτές το μαγικό (ιερό) δεν εισέρχεται ως ένα στοιχείο περιβεβλημένο με αυτόνομες δυνάμεις.

Το μαγικό (ιερό) εμφανίζεται στην θρησκεία, σε κάθε θρησκεία, σαν ένα συνθετικό στοιχείο ενός ολοκλήρου συμπλέγματος από δημιουργήματα μεταφυσικά και μυθολογικά μιας ιδιαίτερης μορφής.

http://katohika.gr/autognosia/mithos-alithini-ieri-istoria/2/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου